Ήταν 19 Ιουνίου 1951 όταν έσβησε ένας από τους πιο φλογερούς ποιητές της ελληνικής γης. Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στην Αθήνα, αφού λίγες ημέρες νωρίτερα ήπιε κατά λάθος απολυμαντικό αντί για το φάρμακό του. Ο τραγικός του θάνατος δεν σκίασε το έργο του. Ίσα-ίσα: σαν να φωτίστηκε περισσότερο η θυσιαστική του πορεία — ενός ανθρώπου που πίστεψε πως η ποίηση δεν είναι στολίδι, αλλά φλόγα.
Πέντε φορές υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, φίλος του Καζαντζάκη και συνοδοιπόρος σε μια Ελλάδα που άλλαζε με πόνο, ο Σικελιανός δεν ήταν ένας ποιητής που αποζητούσε τη σιωπή. Ήταν ένας ποιητής που φώναζε. Που σάλπιζε. Που στα Δελφικά τοπία οραματιζόταν μια νέα ενότητα του ανθρώπου με τη φύση και το Θείο.
Γεννημένος στη Λευκάδα το 1884, γιος μιας επτανησιακής παράδοσης που έμελλε να συνεχίσει με τον δικό του φλογερό τρόπο, ο Άγγελος Σικελιανός είχε από μικρός μέσα του τον κεραυνό. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ποίημά του «Ο Αλαφροΐσκιωτος» γράφει πως η μητέρα του τού έδειξε τον πρώτο κεραυνό στην αγκαλιά της. Η ποίηση, λοιπόν, δεν μπήκε στη ζωή του. Γεννήθηκε μαζί του.
Στην Αθήνα γνωρίζει τη Νέα Σκηνή και τον κόσμο του θεάτρου, αλλά πολύ γρήγορα στρέφεται προς τη λογοτεχνία. Οι πρώτες του δημοσιεύσεις, ο «Αλαφροΐσκιωτος», η σχέση του με την Εύα Πάλμερ —την Αμερικανίδα που θα στήριζε το όραμά του για τις Δελφικές Εορτές—, όλα δείχνουν έναν ποιητή που δεν επαναπαύτηκε ποτέ.
Το μεγάλο του όραμα, η Δελφική Ιδέα, δεν ήταν απλώς μια καλλιτεχνική φιλοδοξία. Ήταν ένα πολιτιστικό, φιλοσοφικό, σχεδόν μεταφυσικό όραμα: να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πόλος ενότητας. Πίστευε πως μέσα από την τέχνη, τη γνώση και τη μνήμη, οι λαοί θα μπορούσαν να συντονιστούν στο ίδιο αρχαίο κύμα.
Και αν η πολιτεία δεν είχε τα μέσα —ή τη βούληση— να το στηρίξει, εκείνος το ξεκίνησε μόνος του, με παραστάσεις στον αρχαίο χώρο, με διεθνείς προσκεκλημένους, με άρθρα, λόγους και διαλέξεις. Πάντα με μια ποιητική γλώσσα φλογερή, γεμάτη ελληνικότητα αλλά και συμπαντική ευρύτητα.
Στην Κατοχή, στέκεται δίπλα στον λαό του. Στην κηδεία του Παλαμά, με το «Ηχήστε οι σάλπιγγες», δίνει μία από τις πιο φορτισμένες πολιτιστικές στιγμές του 20ού αιώνα στην Ελλάδα. Κι όταν πια πλησιάζει το τέλος, δεν σβήνει μέσα στη σιωπή, αλλά με έναν λυγμό φωτεινό, γεμάτο ποίηση, όπως αυτή που έγραψε στο «Πνευματικό Εμβατήριο»:
«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα,
ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!»
Αυτός ήταν ο Σικελιανός. Δεν ήθελε απλώς να γράψει για τον ήλιο. Ήθελε να τον σηκώσει. Και να ζητήσει κι από μας να τον σηκώσουμε μαζί του.
Σήμερα, 73 χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε πως αυτό το κάλεσμα —να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τη χώρα μας, και πάνω από τον κόσμο— παραμένει επίκαιρο. Μόνο που, για να γίνει πράξη, χρειάζεται ποίηση. Και πίστη. Και χέρια. Χέρια σαν τα δικά του, που έγραψαν, οραματίστηκαν και άγγιξαν το ελληνικό φως.
Ἦν γὰρ ἡ ἐννάτη δεκάτη τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, ἔτους ἀπὸ Χριστοῦ χιλιωστοῦ ἐνάτου καὶ ἐνενηκοστοῦ πρώτου, ὅτε ἔσβησεν ἐκ τοῦ βίου Ἄγγελος Σικελιανός, εἷς τῶν ἐκπυροῦντων ποιητῶν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς.
Ὁ δὲ Σικελιανὸς, κατοικῶν τότε ἐν Ἀθήναις, τυγχάνων ἀσθενῶν, δι’ ἀγνοίας θεραπαινίδος φέρεται καταπιεῖν οὐχὶ φάρμακον, ἀλλ’ ἀπολυμαντικὸν ὑγρόν, ὃ τὰ ἐντὸς μέλη ἐκαυμάτισεν· καὶ οὕτως, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀπέθανεν ἐν κλινικῇ καλουμένῃ Παμμακαρίστῳ.
Οὐ μέντοι ὁ τοιοῦτος θάνατος ἐσκίασε τὸν ἄνδρα, ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον ἐφώτισεν αὐτοῦ τὴν θυσιώδη πορείαν· τοῦτο γὰρ ἦν τὸ φρόνημα αὐτοῦ, ὅτι ἡ ποίησις οὐ κόσμος ἐστίν, ἀλλὰ φλόξ.
Πεντάκις προσεφέρθη εἰς τὸ καλούμενον βραβεῖον Νόμπελ τῆς λογοτεχνίας· φίλος τοῦ Καζαντζάκου, καὶ συνοδοιπόρος τῆς ἀλγουμένης Ἑλλάδος, ὁ Σικελιανὸς οὐκ ἐζήτει σιγὴν. Οὐχί· ἀλλὰ ἐβόα, ἐσάλπιζε, καὶ ἐν Δελφοῖς ἐθεώρει τὴν ἕνωσιν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ φυσικὸν καὶ τὸ θεῖον.
Γεννηθεὶς ἐν Λευκάδι τῷ 1884, ἐκ πατρῴας παραδόσεως Ἐπτανησιακῆς, πῦρ ποιητικὸν ἔμφυτον εἶχεν ἐν ἑαυτῷ. Καὶ οὐκ ἄδηλον ὅτι ἐν τῷ ποιήματι τῷ «Ἀλαφροΐσκιωτος» αὐτὸς λέγει ὡς ἡ μήτηρ αὐτοῦ τὸν πρῶτον κεραυνὸν ἔδειξεν αὐτῷ. Οὐ γὰρ ἦλθεν εἰς τὸν βίον αὐτῷ ἡ ποίησις· συνανεφάνη ἅμα αὐτῷ.
Ἐλθὼν δὲ εἰς Ἀθήνας, ἔγνω τὴν Νέαν Σκηνὴν καὶ τὰ περὶ τοῦ θεάτρου· ταχέως δὲ ἐτράπη πρὸς λογοτεχνίαν. Αὗται ἦσαν αἱ πρῶται δημοσιεύσεις, ὁ «Ἀλαφροΐσκιωτος», καὶ ἡ μετ’ Εὐᾶς Πάλμερ —γυναικὸς Ἀμερικανῆς— συνάφεια, ἣ σφόδρα ἐβοήθησε τὰς Δελφικὰς Ἑορτάς· πάντα ταῦτα ἀπέδειξαν αὐτὸν ποιητὴν ἀκατάπαυστον.
Τὸ μέγιστον ὄραμα αὐτοῦ —ἡ Δελφικὴ Ἰδέα— οὐ μόνον φιλοδοξία τῆς τέχνης ἦν, ἀλλὰ καὶ πνευματικὸς καὶ ἡνωτικὸς πόθος· γενέσθαι τοὺς Δελφοὺς κέντρον τῆς οἰκουμενικῆς ἁρμονίας. Ἐπίστευεν ὅτι διὰ τέχνης, μνήμης καὶ σοφίας, οἱ λαοὶ δυνατοὶ ἦσαν συμφωνῆσαι ἐν ἑνὶ κύματι ἀρχαίῳ.
Καὶ ἐπεὶ ἡ πολιτεία οὔτε βούλησιν οὔτε μέσα ἐδείκνυεν, αὐτὸς μόνος ἤρξατο τοῦ ἔργου, μετὰ παραστάσεων, διαλέξεων, λόγων, καλεσμένων ἐξ ἔθνων. Τοῦτο πάντα ἐποίει ἐν γλώσσῃ ποιητικῇ, πυρωμένῃ, Ἑλληνικῇ τε καὶ κοσμικῇ.
Κατὰ τὴν Κατοχὴν, παρέστη τῷ λαῷ. Ἐπὶ τῇ κηδείᾳ τοῦ Παλαμᾶ, ἀνέγνω εἰς φωνὴν ποίημα καλούμενον “Ἠχήσατε σάλπιγγες”, ἔνθα μνημειώδης ἐσημειώθη στιγμή τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος.
Καὶ ὅτε πρὸς τὸ τέλος ἤγγιζεν, οὐκ ἔσβη ἐν σιωπῇ, ἀλλὰ ἐν ποίησει φανερᾷ δακρύων, ὡς ἐν τῷ Πνευματικῷ Ἐμβατηρίῳ·
Ἐμπρὸς, βοηθεῖτε ἀναβιβάζειν τὸν ἥλιον ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος·
Ἐμπρὸς, βοηθεῖτε ἀναβιβάζειν τὸν ἥλιον ὑπὲρ τοῦ κόσμου!
Οὗτος ἦν ὁ Σικελιανός. Οὐκ ἤθελε μόνον γράφειν περὶ ἡλίου· ἤθελε αὐτὸν ἀναβιβάζειν. Καὶ ἡμᾶς παρῄνει, ἵνα συναναβιβάζωμεν τὸν ἥλιον μεθ’ αὐτοῦ.
Νῦν, μετὰ ἑβδομήκοντα τρία ἔτη ἐκ τοῦ θανάτου ἐκείνου, ἔτι ζῇ τὸ κάλεσμα. Τὸν ἥλιον οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς γῆς ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ πάσης οἰκουμένης ἀναβιβάζειν. Τοῦτο ποιητέον· ἀλλ’ ἀνάγκη ἐστίν· δεῖ ποίησιν, πίστιν, χεῖρας. Χεῖρας, οἷαι ἦσαν αὐτοῦ, τοῦ γράψαντος, ὁραματισθέντος, καὶ ἐγγίσαντος τὸ φῶς τὸ Ἑλληνικόν.

Leave a comment